λεπτός -ή -ό Adj.  [leptos -i -o, leptos -h -o]

dünn (ugs.)
  Adj.
(57)

GriechischDeutsch
Η ισημερινή του τομή έχει διάμετρο τουλάχιστον 40 mm. Ο λαιμός του είναι στενός, λεπτός και κλειστός.Der Durchmesser der Zwiebel beträgt in Höhe ihres größten waagerechten Umfangs (Äquators) wenigstens 40 mm. Der Hals der Zwiebel ist schmal, dünn und geschlossen.

Übersetzung bestätigt

1 = πολύ λεπτός, 3 = λεπτός, 5 = μεσαίος, 7 = παχύς και 9 = πολύ παχύς· η ποικιλία «μοσχάτο Αλεξανδρείας» ταξινομείται στην κατηγορία 5 («μεσαίος»).Konsistenz der Haut: Laut OIV-Code gelten für das Merkmal „Beere: Dicke der Haut“ folgende Abstufungen: „1“ = sehr dünn, „3“ = dünn, „5“ = mittel, „7“ = dick und „9“ = sehr dick. Die Rebsorte Muscat d’Alexandrie wird mit „5“ („mittel“) eingestuft.

Übersetzung bestätigt

Και ο πάγος που υπάρχει είναι πολύ λεπτός.Und das Eis dort ist ziemlich dünn.

Übersetzung nicht bestätigt

Είναι εξαιρετικά λεπτός.Extrem dünn also.

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν είμαι αρκετά λεπτός, αρκετά πλούσιος, αρκετά όμορφος, αρκετά έξυπνος, αρκετά προωθημένος. "Ich bin nicht dünn genug, nicht reicht genug, nicht schön genug, nicht schlau genug, habe nicht genug Karriere gemacht."

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

  • λεπτός (maskulin)
  • λεπτή (feminin)
  • λεπτό (neutrum)


Griechische Definition zu λεπτός -ή -ό

λεπτός, επίθ.· λεφθός· λεφτός.

1) Που δεν έχει πάχος, λεπτός, ψιλός:
(Χίκα, Μονωδ. 138), (Ιερακοσ. 4029).
2)
α) Λιπόσαρκος, αδύνατος, λιγνός:
(Πεντ., Γέν. XLI 3), (Ιερακοσ. 3754‑5
β) λυγερόκορμος, με λεπτή κατατομή:
(Ερμον. Ζ 50).
3) Που αποτελείται από μικρότατους κόκκους ή τεμάχια, ψιλός:
(Καλλίμ. 635), (Ιερακοσ. 41112
εκφρ. εις λεπτόν/λεπτά = σε πολύ λεπτά ή μικρά κομμάτια:
(Ορνεοσ. αγρ. 53519), (Ιερακοσ. 37128).
4) Κατεργασμένος με δεξιοτεχνία, λεπτοϋφασμένος:
εδυσάμην θαυμαστόν, λεπτότατον μαχλάμιν (Διγ. Gr. 3048).
5) Εύθραυστος, τρυφερός, φίνος:
Άσπρο, λεπτό τριαντάφυλλον (Ch. pop. 65).
6) Αδύναμος, ανίσχυρος, εξασθενημένος:
όταν δέ ώσι λεπτοί (ενν. οι ιέρακες) από καμάτου, … δίδοσθαι (ενν. κρέα) (Ιερακοσ. 37716).
7)
α) Που έχει αβρά, ευγενικά αισθήματα·
(εδώ προκ. για ποίημα):
σου αφιερώνω λεπτότατόν μου ποίημα (Λίμπον. 60
β) (προκ. για μαθήματα) που καλλιεργούν, μορφώνουν, εξευγενίζουν:
(Ιστ. Βλαχ. 2368).
8) Ήσυχος, ήρεμος, αθόρυβος:
περιεπάτει (ενν. το κτήνος) … πορείᾳ λεπτῄ (Ψευδο-Σφρ. 5025).
9) (Προκ. για ήχο) γλυκός, απαλός, σιγανός:
λεπτότεροι συριγμοί (Ιερακοσ. 5152).
10) (Προκ. για λαγκάδι) που έχει αραιή βλάστηση:
(Πικατ. 5).
11) Δυσδιάκριτος:
αφόν αγάπησε λεπτός εγίνη ο νους του (Θησ. Γ́ [495]).
Εκφρ.
1) Αργύριον λεπτόν = το οθωμανικό άσπρο (Λιάτα 1996: 100):
(Δούκ. 20725).
2) Εις λεπτόν, κατά λεπτόν = με λεπτομέρεια (βλ. και καταλεπτόν):
(Αχέλ. 35), (Βέλθ. 321), (Προδρ. IV 164 χφ H κριτ. υπ).
[αρχ. επίθ. λεπτός. Το ουδ. ως ουσ. μτγν. και σήμ. (‑ό). Ο τ. ‑φτός στο Du Cange (λευ‑) και σήμ. στον πληθ. ουδ. ως ουσ. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback